Φεστιβάλ Αθηνών 2013: “Ρινόκερος” του Emmanuel Demarcy-Mota

Image

Ο “Ρινόκερος” αποτυπώνει το διαχρονικά επίκαιρο κοινωνικό φαινόμενο της μαζοποίησης, κατά το οποίο μια κοινωνία σταδιακά απανθρωπίζεται και αποκτά χαρακτηριστικά αγέλης. Μέσα από μια θεατρική αλληγορία, ο Ιονέσκο εκθέτει με σαφήνεια τη λογικοφανή συλλογιστική της εσφαλμένης γενίκευσης (επαγωγικά σφάλματα) ως εξέχον χαρακτηριστικό των προκαταλήψεων και κύριο όπλο του προπαγανδιστικού λόγου.

Το έργο εκτυλίσσεται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου οι κάτοικοι σταδιακά μεταμορφώνονται σε ρινόκερους απαρνούμενοι την ανθρωπιά τους. Ο κεντρικός ήρωας του έργου, Μπερανζέ, είναι ατημέλητος, πότης και αργεί να φτάσει στη δουλειά του. Στις συναναστροφές του χαρακτηρίζεται από δεκτικότητα στο διαφορετικό, μετριοπάθεια και πραότητα. Καθώς όλο και περισσότεροι συμπολίτες του μεταμορφώνονται σε ρινόκερους, ο Μπερανζέ, ανεπηρέαστος από τις τάσεις τις κοινωνικής μάζας, παραμένει πιστός στην ηθική του και στις ανθρωπιστικές πεποιθήσεις του.Image

Η παράσταση του Demarcy-Mota απέδωσε με γρήγορους ρυθμούς και τεχνικά άρτια σύνθεση το σύνολο του έργου. Προσωπικά θα χαρακτήριζα την προσέγγιση υπερβολικά επεξηγηματική για ένα έργο που, αν και με στοιχεία παραλόγου, γίνεται εύκολα αντιληπτό στα νοήματά του. Από εικαστική άποψη, υπήρχε πλούτος εικόνων και συχνά μεγάλου οπτικού ενδιαφέροντος με εντυπωσιακές σκηνικές εναλλαγές. Ξεχωριστή βρήκα τη σκηνική μεταμόρφωση σε ρινόκερο.

Η υποκριτική μέθοδος των ηθοποιών βασίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στις αρχές του σωματικού θεάτρου με πλούτο εκφράσεων στην κίνηση, αλλά και με απουσία βάθους στις ερμηνείες. Η πολύ γρήγορη ροή της παράστασης, λίγο χρόνο αφήσε στο κοινό για επεξεργασία και συνειδητοποιήσεις. Οι παύσεις ήταν ανεπαίσθητες και ενταγμένες στη συνολικά αυστηρή ρυθμική προσέγγιση. Τεχνικά υπάρξε μια αξιοθαύμαστη παρουσίαση, ωστόσο με τη συνήθη αδυναμία του σωματικού θεάτρου, όπου οι ερμηνείες μεταδίδουν έντονα τη μηχανική αίσθηση ενός θεάτρου χωρίς ιδιαίτερα εσωτερικά ερείσματα.

(Η συγκεκριμένη παράσταση είχε σκηνοθετηθεί από τον Demarcy-Mota ξανά το 2004.)

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Emmanuel Demarcy-Mota
Βοηθός σκηνοθέτη: Christophe Lemaire
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: François Regnault
Σκηνικά – Φωτισμοί: Yves Collet
Βοηθός φωτιστή: Nicolas Bats
Μουσική: Jefferson Lembeye
Κοστούμια: Corinne Baudelot
Βοηθός ενδυματολόγου: Élisabeth Cerqueira
Μακιγιάζ: Catherine Nicolas
Αξεσουάρ: Clementine Aguettant
Φιλολογικός σύμβουλος: Marie-Amélie Robillard

Διανομή: Serge Maggiani, Hugues Quester, Valérie Dashwood, Philippe Demarle, Charles-Roger Bour, Gaëlle Guillou, Sarah Karbasnikoff, Walter N’guyen, Stephane Krähenbühl, Gérald Maillet, Pascal Vuillemot, Jauris Casanova

Advertisements

“Pedestal” του Θάνου Παπακωνσταντίνου

Η Ηλέκτρα ως αντικείμενο.82ba0a14497eae2bd1f608d4adf8b2a9

Η παράσταση “Pedestal”,  είναι η τρίτη σκηνοθετική προσπάθεια του Θάνου Παπακωνσταντίνου και αποτελεί συνέχεια του περσινού “Venison” στον ίδιο υπόγειο χώρο του ΙΜΚ. Τα δύο έργα εντάσσονται στην τριλογία “Carnage” η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί σε ένα ακόμη επόμενο έργο και αποτελεί ελεύθερη απόδοση της αισχύλειας τριλογίας της Ορέστειας.

Στην Ορέστεια κυρίαρχο θέμα είναι ο δρόμος από την αυτοδικία προς την απόδοση της δικαιοσύνης και την εγκαθίδρυση της δημοκρατικής πολιτείας. Στο “Carnage”, ωστόσο, η πορεία είναι ανάστροφη. Η δημοκρατία και η δικαιοσύνη αποδομούνται εκπληρώνοντας το αποτρόπαιο, με πυρηνικά μοτίβα την αυτοδικία και την αιμομιξία διαρρηγνύοντας με αυτό τον τρόπο τη σύμβαση του οικογενειακού δεσμού και των αρχαϊκών κανόνων που τη διέπουν.

Το “Pedestal” (βάθρο) βασίζεται στο δεύτερο κατά σειρά έργο της Ορέστειας και το πλέον τελετουργικό, τις “Χοηφόρους”. Μια νέα κοπέλα, μια “άλλη” Ηλέκτρα (Ε. Μολέσκη) φροντίζει την άρρωστη μητέρα της (Κατερίνα Μηλιώτη) με υπομονή και πίστη που δείχνουν να εξαντλούνται, ενώ ταυτόχρονα καρτερεί ένα αρσενικό σωτήρα που ποτέ δεν έρχεται. Σε κατάσταση παρατεταμένης αναμονής οι ενδόμυχες ανεκπλήρωτες επιθυμίες της  εκκολάπτουν τη φαντασίωση ενός εγκλήματος.

Η Ηλέκτρα αποδίδεται ως το “βάθρο” της εξουσίας μιας πατριαρχικής κοινωνίας, ως μια βαθιά συντηρητική και υποταγμένη φιγούρα, που στην εκδίκησή της δεν αναζητά τελικά την απελευθέρωσή, αλλά την επικύρωση της υποταγής της στη φαλλική τάξη. Είναι η γυναίκα ως αντικείμενο πάντα κάποιου.

Η Ε. Μολέσκη υποδύεται τον ρόλο της κόρης-Ηλέκτρας υιοθετώντας μια λεπτεπίλεπτη, πολύ εκφραστική σωματικότητα. Στους μονολόγους επιτυγχάνει μια αλώβητη από μελοδραματισμούς ποιητικότητα με τεχνική ακρίβεια και με άριστη χρήση των εκφραστικών της μέσων. Είναι και συγκινητική. Οι υπόλοιποι από τους επί σκηνής συντελεστές στελεχώνουν την εκθαμβωτική σκηνική σύνθεση της παράστασης μέσα σε ένα αυστηρά φορμαλιστικό περιβάλλον.

Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμα της παράστασης είναι η εκφραστικότατη και ομιλούσα εικαστική εικόνα, η οποία βασίζεται σε ένα αριστοτεχνικό σκηνικό χώρο και σε καλλίγραμμα κοστούμια δημιουργίες της Νίκης Ψυχογιού. Η πολύ προσεγμένη οπτική προσέγγιση της παράστασης επιτρέπει την βουβή απόδοση της ιστορίας του έργου με ελάχιστο λόγο. Ο λόγος ωστόσο δεν απουσιάζει, κωδικοποιείται σε οπτικούς συμβολισμούς και σε σκηνικές τελετουργίκες δράσεις.

Ο σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου δείχνει να ανέβασε κι άλλο τον πήχη μετά από το πολύ αξιόλογο ντεμπούτο του “Venison”. Για όσους έχετε παρακολουθήσει την πρώτη παράσταση της τριλογίας, έχω να πω ότι στο “Pedestal” διατηρούνται οι ιδιαίτερότητες στο ύφος και τον τρόπο παρουσίασης, όμως είναι και εμφανής η τάση διερεύνησης νέων πτυχών. Θα έλεγα ότι το “Pedestal” φλερτάρει έντονα με το εικαστικό θέατρο και η οπτική δείχνει πολύ πιο ξεκάθαρη και αποφασιστική με σημαντικές βελτιώσεις και τομές. Κατ’ εμέ πρόκειται για μία καινοτόμο δουλειά σπάνιας ποιότητας, τουλάχιστον για τα εγχώρια δεδομένα και μου γεννά ελπίδα ότι φρέσκος αέρας εισέρχεται αισίως στο κλειστοφοβικό ελληνικό θέατρο.

Συνοπτικά: Οι “Χοηφόροι” σε ελεύθερη εικαστικίζουσα απόδοση. Μια ακόμη αξιόλογη παράσταση από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου, μια ακόμη μύηση σε ένα θέατρο που διαφοροποιείται ευχάριστα από την ομοιομορφία του πλήθους.

Συντελεστές:

Σύλληψη, Σκηνικός Χώρος, Κείμενο, Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Συνεργασία στη Δραματουργία: Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Σκηνικά,Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Κίνηση: Χαρά Κότσαλη
Σχεδιασμός, Σύνθεση Ηχων: Αντώνης Μόρας
Σχεδιασμός Φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελεάνα Γεωργιάδου
Βοηθός Σκηνογράφου: Ευα Δημοπούλου
Ραφή Κοστουμιών: Βάνια Αλεξάντροβα
Κατασκευή Σκηνικών: Αλέξανδρος Μισιρλιάδης, Βασίλης Γεροδήμος
Διανομή: Βασίλης Βηλαράς, Αλέξανδρος Καναβός, Κατερίνα Μηλιώτη, Ελένη Μολέσκη, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης

“I am what I am” του Τ. Ζαχαράτου

Μετά από απουσία τριών ετών, ο Τάκης Ζαχαράτος επέστρεψε τον Σεπτέμβριο του 2012 με το one man show “I am what I am”. Ένα drag θέαμα αστικού τύπου, που περιλαμβάνει μιμήσεις, μεταμφιέσεις, τραγούδι, stand-up comedy και προβολές δίνοντας συχνά ύφος επιθεώρησης. Το show αποτελεί ταυτόχρονα και μια αναδρομική παρουσίαση παρελθουσών μιμήσεων του καλλιτέχνη.

takiszaharatos

Στο πρώτο μέρος της παράστασης, το οποίο είναι και το πιο πλούσιο και ισορροπημένο στις αναλογίες του, περιλαμβάνονται κυρίως μιμήσεις “μεγάλων κυριών” με ιδιαίτερα πετυχημένο το σκετς για τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Με διάθεση να αποσπάσουν το γέλιο, τα κείμενα άλλοτε ατακαδόρικα και άμεσα, άλλοτε ζαλιστικά φλύαρα και υπερβολικά έξυπνα περικυκλώνουν και αποσπούν τελικά το γέλιο σε αρκετά σημεία χωρίς να ξαφνιάζουν απαραίτητα. Και, πράγματι, αυτό που απουσιάζει από την παρουσία του Τάκη Ζαχαράτου δεν είναι το ταλέντο, η φωνή, η αμεσότητα, αλλά η φρεσκάδα.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης, μετά το διάλειμμα, το σκηνικό αλλάζει ξεκινώντας με τη μιμική μανιέρα πλέον της Άτζελας Δημητρίου. Σταδιακά και οδεύοντας προς το φινάλε το ενδιαφέρον ατροφεί  και το χιούμορ λιγοστεύει δίνοντας τη θέση του σε μελό συναισθηματισμούς.

Οι κατά τόπους αδυναμίες στο κείμενο και στη δομή της όλης παρουσίασης καθώς και το άνισο ποιοτικώς μοίρασμα των σκετς δημιουργούν δυσκολίες στην τεχνικά άψογη παρουσία του Τάκη Ζαχαράτου. Επίσης, το σκηνικό σκατζάρισμα του καλλιτέχνη με  βιντεοπροβολές σε οθόνη κάθε φορά που αλλάζει μεταμφίεση στα παρασκήνια είναι και κουραστικό και ψυχραίνει την ατμόσφαιρα ενός ζωντανού θεατρικού θεάματος. Η σκηνοθεσία του Τάκη Ζαχαράτου, ενώ διαθέτει αρκετά καλό υλικό, δείχνει να μην το στηρίζει επαρκώς και τελικά δημιουργεί ένα μέτριο, ελαφρώς βαρετό αστικό θέαμα.

Συνοπτικά: Μια παράσταση που μπορεί σίγουρα να δώσει στιγμές γέλιου, με τον Τ. Ζαχαράτο σε καλή φόρμα και με πλούτο εναλλαγών και επιτυχημένων μιμήσεων, ωστόσο με αδυναμίες στη σκηνοθεσία και ανώφελες υπερβολές στα κείμενα.

Συντελεστές:

Ερμηνεία, κείμενα, κοστούμια, σκηνοθεσία: Τάκης Ζαχαράτος
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Μουσική Διεύθυνση / ενορχήστρωση: Γιώργος Ζαχαρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Παίζουν οι μουσικοί:
Νίκος Γαρουφαλλάκης, πλήκτρα
Γιάννης Καλκάνης, τύμπανα
Κοσμάς Κόκολης, μπουζούκι / κιθάρα / φωνή
Δημήτρης Παπανίκου, μπάσο
Νίκος Σακελλαράκης, τρομπέτα
Τάσος Σοκορέλης, κιθάρα

“Ολεάννα” του Ντ. Μάμετ

Το έργο σκιαγραφεί τη σύγκρουση που αναδύεται ανάμεσα σε ένα καθηγητή πανεπιστημίου και μια φοιτήτριά στο ακαδημαϊκό πλαίσιο. Η σχέση των δύο ηρώων παραπαίει μεταξύ του ακαδημαϊκού-ταξικού της χαρακτήρα και της ιδιωτικής-προσωπικής εμπλοκής των ατόμων σε αυτή. Η θεματική του έργου πραγματεύεται τα όρια μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας της ζωής και παρουσιάζει την συχνά εκρηκτική τροπή στην οποία οδηγεί η σύγχυσή τους. Το κοινωνικό πρόσωπο καθενός δεν ταυτίζεται με το ιδιωτικό, ενώ οι ίδιες πράξεις ερμηνεύονται διαφορετικά αναλόγως με τη θέση από την οποία αφορμάται ο δρων.

oleanna

Ο Δ. Καταλειφός ερμηνεύει έναν κάπως αυτάρεσκο και αντισυμβατικό καθηγητή, ο οποίος μιλώντας άλλοτε ως καθηγητής και άλλοτε με χροιά προσωπική προσπαθεί να βοηθήσει τη νεαρή ηττοπαθή μαθήτρια (Λ.Μιχαλοπούλου) να ξεπεράσει ακαδημαϊκές της δυσκολίες. Η επικοινωνία τους διαποτισμένη εξ αρχής από ένταση θα κορυφωθεί σταδιακά σε απόλυτη και βίαιη ρήξη ταξικού χαρακτήρα με διακύβευμα την επιβολή.

Με χαρακτηριστικά λιτή και εστιασμένη στις ερμηνίες σκηνοθεσία διακινούνται τα νοήματα του έργου με μόνο μέσο τη σκηνική δράση. Το σκηνοθετικό εγχείρημα της Ε. Σκότη φαινομενικά άτολμο φωτίζει τις δυσδιάκριτα σύνθετες πτυχές του έργου με απτό και προσιτό τρόπο. Οι αδυναμίες της σκηνοθεσίας περιορίζονται στις χρονοβόρες και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον μεταβάσεις ανάμεσα στις σκηνές.

Οι δύο ηθοποιοί επιτυγχάνουν σφιχτή και ισότιμη σκηνική χημεία μεταξύ τους και οι ερμηνίες τους είναι εύστοχες και μετρημένες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδιαίτερη κινησιολογική προσέγγιση που υιοθετεί ο  Δ. Καταλειφός εμπλουτίζοντας την ερμηνεία του ρόλου του χωρίς να υπερβάλλει ή να σκιάζει την παρτενέρ του.

Συνοπτικα: Πρόκειται για μία λιτή και επί της ουσίας του έργου παράσταση με καλοζυγισμένες ερμηνίες. Το έργο αποδίδεται με τρόπο κατανοητό χωρίς να κατακερματίζεται νοηματικά. Συνολικά, το αποτέλεσμα, αν και δεν εγείρει κάποιο ενθουσιασμό, είναι σίγουρα ανώτερο του μετρίου με μικρές σκηνοθετικές αδυναμίες.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Ε. Σκότη
Σκηνικά: Γ. Γαβαλάς
Μουσική: Στ. Γασπαράτος
Φωτισμοί: Γιώργος Βλασσόπουλος

Διανομή: Δ. Καταλειφός, Λ. Μιχαλοπούλου

“Venison” του Θάνου Παπακωνσταντίνου

Μια εξαιρετική παράσταση που αντλεί την προβληματική της από την αισχύλεια τριλογία της Ορέστειας, συνθέτοντας στοιχεία από την τραγωδία των “Ευμενίδων” και από το έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Θέμα στο Venison είναι η δικαιοσύνη, η “πτώση” του ανθρώπου, η είσοδος της κοινωνίας στον αιματηρό κύκλο της αυτοδικίας, του θύτη, του θηράματος.

Το κείμενο του Θάνου Παπακωνσταντίνου με αυθεντικό ύφος πλέκει ψυχαναλυτικά κανάλια σύνδεσης ανάμεσα στο νόημα και το μη-νόημα αναδεικνύοντας στο λόγο του ένα κόσμο εσωτερικών αντιθέσεων. Μέσα από αυτές τις αντιθέσεις-αντιφάσεις μας εισάγει από νωρίς στην τομή που πραγματεύεται, στον τόπο της τραγικής σύγκρουσης. Ο φόνος που διαπράττει ο  Ορέστης δεν απασχολεί ως συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός, αλλά ως μια φαντασίωση και ως η συμβολική της μητροκτονίας και της εκδίκησης.

Οι ερμηνείες, αν και δεν αποτελούν μάλλον το βασικό άξονα του έργου, βασίζονται κυρίως σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και περσόνες που απαιτούν ιδιαίτερη ακρίβεια και συγχρονισμό. Όλοι οι ηθοποιοί φαίνονται να εκπληρώνουν επιτυχώς τις ανάγκες του δράματος, αλλά και της συνολικής αισθητικής γραμμής που υιοθετεί η σκηνοθεσία, ενσαρκώνοντας μορφές που μοιάζουν να ξεπήδησαν από ταινίες του David Lynch.

Τα εύσημα αξίζει η σκηνοθετική σφραγίδα του Θάνου Παπακωνσταντίνου που καθηλώνει με την αισθητική σύνθεση και αξιοποίηση διαφορετικών τεχνικών και αισθητικών οδηγώντας σε ένα σπάνιο αποτέλεσμα. Μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και εσωτερικότητας με έντονα εξπρεσιονιστική απόδοση συντηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον, χωρίς τη χρήση τεχνικών επιτάχυνσης-επιβράδυνσης της δράσης.

Η πλούσια και ευρηματική σκηνογραφική σύνθεση απογειώνει το έργο και κερδίζει από τα πρώτα λεπτά τις εντυπώσεις, μετατρέποντας το χώρο του υπογείου πάρκινγκ του Ι.Μ.Κ. σε θέατρο με πολλαπλούς σκηνικούς χώρους.  Τέλος, οι μουσικές συνθέσεις ambient και ηλεκτρονικής μουσικής συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα του έργου, δημιουργώντας για τον ήρωα ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που εντείνει τη δραματικότητα.

Συνοπτικά: Κατά τη γνώμη μου μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς, μια πραγματική αποκάλυψη, δουλεμένη στη λεπτομέρεια και σε βάθος. Σίγουρα ένα δύσκολο έργο στην ακρόαση, αλλά αξίζει τον κόπο.

Συντελεστές:

Σύλληψη – Σκηνοθεσία : Θάνος Παπακωνσταντίνου
Συνεργασία στη δραματουργιά: Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Κίνηση: Χαρά Κοτσαλή
Σχεδιασμός – Σύνθεση ήχων: Αντώνης Μόρας
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βίντεο – Σχεδιασμός έντυπου υλικού & γραφιστικών εφαρμογών: Κωνσταντινος Χαϊδαλής (brittle.gr)
Γλυπτά ζώων: Περικλής Πραβήτας
Φωτογραφίες: Βάλια Πιλάφα
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελεάνα Γεωργιάδου
Βοηθός σκηνογράφου: Νίκη Ψυχογιού
Κατασκευή σκηνικού: Βασίλης Γεροδήμος
Ραφή κοστουμιών: Νικολέττα Γιαννακοπούλου

Διανομή: Λένα Δροσάκη, Ιωάννα Μιαχαλά, Ελένη Μολέσκη, Μάριος Παναγιώτου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Μαρία Κορωνιώτη

“Χάρτινα Λουλούδια” Egon Wolff

Στο έργο του ο Egon Wolff περιγράφει τη γνωριμία και συμβίωση μιας εύπορης χήρας, της Εύας (Κ. Λέχου), με τον Μπαρακούντα (Α. Σερβετάλης), ένα κατά πολύ νεότερό της άστεγο. Η σχέση τους αντιμετωπίζεται με όρους ταξικούς και εκφράζεται μέσα από ψυχολογικά δομημένους διαλόγους που διακινούν συγκαλυμμένα τις δυναμικές των χαρακτήρων.

Η πλοκή του έργου και η σκηνοθεσία προετοιμάζουν αργά και σταθερά την τελική συνάντηση δύο κόσμων, δύο πόλων συμπληρωματικών σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, ερωτικό και ανθρώπινο. Η ταξική πάλη, ως στοιχείο που διαποτίζει και χρωματίζει τις σχέσεις -ακόμη και τις ερωτικές- αποκτά στο έργο εξέχουσα θέση προδικάζοντας το τέλος. Δυο άνθρωποι απόλυτα κλεισμένοι στο μικρόκοσμό τους, παλεύουν να διαφύγουν. Ο ένας θα αποτελέσει για τον άλλο το κλειδί και η σύγκρουση θα φέρει τη λύση: το μαζί.

Η σκηνοθεσία εστιάζει εξαρχής στο κρίσιμο σημείο της συνάντησης δύο κόσμων, στο σημείο τριβής, στην ανθρώπινη σχέση. Αρχικά, το χάσμα ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες αποδίδεται σχεδόν αγεφύρωτο. Αδυνατούν να συναντηθούν, να ειδωθούν, να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο. Στο κείμενο επιβεβαιώνεται αυτή η αδυναμία αναγνώρισης του “άλλου”. Ωστόσο, λίγη σημασία δίδεται στο λόγο. Σκηνοθετικά όλο το βάρος έχει περιοριστεί στη σωματική έκφραση και ο λόγος του έργου αντιμετωπίζεται ξερά και βιαστικά. Αυτό μάλιστα καθιστά και δύσκολη την παρακολούθηση και την κατανόηση ενός ούτως η άλλως πολυεπίπεδου και ιδιόμορφου έργου.

Όσον αφορά την υποκριτική, παρόλο που μετά δυσκολίας επιτυγχάνεται σκηνική χημεία ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, και οι δύο ηθοποιοί καταβάλλουν μια αξιόλογη προσπάθεια υψηλού επιπέδου. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή του ζεύγους Σερβετάλη-Λέχου, είναι περιοριστική επί σκηνής και για τους δύο. Η Κατερίνα Λέχου δείχνει να προσπαθεί να ενταχτεί στις απαιτήσεις μιας παράστασης με έντονα στοιχεία σωματικού θεάτρου, ενώ ο Άρης Σερβετάλης, θυμίζοντας έντονα τον περσινό “Ιβάν”, δείχνει “υπερβολικά” άνετος δίπλα της. Το αποτέλεσμα τελικά είναι να δείχνουν ξένοι μεταξύ τους επί σκηνής. Οι χαρακτήρες, ειδικά αυτός του Μπαρακούντα, αποδίδονται εμφανώς διαταραγμένοι συντηρώντας σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ένα κλίμα νευρικότητας με ελάχιστες εκτονώσεις.

Στα συν της παράστασης είναι η κίνηση των ηθοποιών και ειδικά του Άρη Σερβετάλη. Επίσης η μουσική των Lost Bodies στολίζει και ωθεί περαιτέρω τη δυναμική της κίνησης. Τέλος, οι φωτισμοί σε συνδυασμό με τα λιτά και με άποψη σκηνικά δημιουργούν ένα όμορφο οπτικό θέαμα με ισχυρές εικόνες.

Συνολικά πρόκειται για μια προσεγμένη στη λεπτομέρεια παράσταση με πρόδηλες, όμως, αδυναμίες στη σκηνοθεσία και ασαφείς προθέσεις. Υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές, αλλά δεν αρκούν για να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία : Κώστας Φιλίππογλου
Μετάφραση: Εύα Μπίθα
Σκηνικά- κοστούμια:Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Ειδικές κατασκευές: Γκάι Στεφάνου
Μουσική: Lost Bodies
Καλλιτεχνική συνεργασία: Φρόσω Κορρού

Διανομή: Κατερίνα Λέχου, Αρης Σερβετάλης