Φεστιβάλ Αθηνών 2013: “Ρινόκερος” του Emmanuel Demarcy-Mota

Image

Ο “Ρινόκερος” αποτυπώνει το διαχρονικά επίκαιρο κοινωνικό φαινόμενο της μαζοποίησης, κατά το οποίο μια κοινωνία σταδιακά απανθρωπίζεται και αποκτά χαρακτηριστικά αγέλης. Μέσα από μια θεατρική αλληγορία, ο Ιονέσκο εκθέτει με σαφήνεια τη λογικοφανή συλλογιστική της εσφαλμένης γενίκευσης (επαγωγικά σφάλματα) ως εξέχον χαρακτηριστικό των προκαταλήψεων και κύριο όπλο του προπαγανδιστικού λόγου.

Το έργο εκτυλίσσεται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου οι κάτοικοι σταδιακά μεταμορφώνονται σε ρινόκερους απαρνούμενοι την ανθρωπιά τους. Ο κεντρικός ήρωας του έργου, Μπερανζέ, είναι ατημέλητος, πότης και αργεί να φτάσει στη δουλειά του. Στις συναναστροφές του χαρακτηρίζεται από δεκτικότητα στο διαφορετικό, μετριοπάθεια και πραότητα. Καθώς όλο και περισσότεροι συμπολίτες του μεταμορφώνονται σε ρινόκερους, ο Μπερανζέ, ανεπηρέαστος από τις τάσεις τις κοινωνικής μάζας, παραμένει πιστός στην ηθική του και στις ανθρωπιστικές πεποιθήσεις του.Image

Η παράσταση του Demarcy-Mota απέδωσε με γρήγορους ρυθμούς και τεχνικά άρτια σύνθεση το σύνολο του έργου. Προσωπικά θα χαρακτήριζα την προσέγγιση υπερβολικά επεξηγηματική για ένα έργο που, αν και με στοιχεία παραλόγου, γίνεται εύκολα αντιληπτό στα νοήματά του. Από εικαστική άποψη, υπήρχε πλούτος εικόνων και συχνά μεγάλου οπτικού ενδιαφέροντος με εντυπωσιακές σκηνικές εναλλαγές. Ξεχωριστή βρήκα τη σκηνική μεταμόρφωση σε ρινόκερο.

Η υποκριτική μέθοδος των ηθοποιών βασίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στις αρχές του σωματικού θεάτρου με πλούτο εκφράσεων στην κίνηση, αλλά και με απουσία βάθους στις ερμηνείες. Η πολύ γρήγορη ροή της παράστασης, λίγο χρόνο αφήσε στο κοινό για επεξεργασία και συνειδητοποιήσεις. Οι παύσεις ήταν ανεπαίσθητες και ενταγμένες στη συνολικά αυστηρή ρυθμική προσέγγιση. Τεχνικά υπάρξε μια αξιοθαύμαστη παρουσίαση, ωστόσο με τη συνήθη αδυναμία του σωματικού θεάτρου, όπου οι ερμηνείες μεταδίδουν έντονα τη μηχανική αίσθηση ενός θεάτρου χωρίς ιδιαίτερα εσωτερικά ερείσματα.

(Η συγκεκριμένη παράσταση είχε σκηνοθετηθεί από τον Demarcy-Mota ξανά το 2004.)

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Emmanuel Demarcy-Mota
Βοηθός σκηνοθέτη: Christophe Lemaire
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: François Regnault
Σκηνικά – Φωτισμοί: Yves Collet
Βοηθός φωτιστή: Nicolas Bats
Μουσική: Jefferson Lembeye
Κοστούμια: Corinne Baudelot
Βοηθός ενδυματολόγου: Élisabeth Cerqueira
Μακιγιάζ: Catherine Nicolas
Αξεσουάρ: Clementine Aguettant
Φιλολογικός σύμβουλος: Marie-Amélie Robillard

Διανομή: Serge Maggiani, Hugues Quester, Valérie Dashwood, Philippe Demarle, Charles-Roger Bour, Gaëlle Guillou, Sarah Karbasnikoff, Walter N’guyen, Stephane Krähenbühl, Gérald Maillet, Pascal Vuillemot, Jauris Casanova

Advertisements

“I am what I am” του Τ. Ζαχαράτου

Μετά από απουσία τριών ετών, ο Τάκης Ζαχαράτος επέστρεψε τον Σεπτέμβριο του 2012 με το one man show “I am what I am”. Ένα drag θέαμα αστικού τύπου, που περιλαμβάνει μιμήσεις, μεταμφιέσεις, τραγούδι, stand-up comedy και προβολές δίνοντας συχνά ύφος επιθεώρησης. Το show αποτελεί ταυτόχρονα και μια αναδρομική παρουσίαση παρελθουσών μιμήσεων του καλλιτέχνη.

takiszaharatos

Στο πρώτο μέρος της παράστασης, το οποίο είναι και το πιο πλούσιο και ισορροπημένο στις αναλογίες του, περιλαμβάνονται κυρίως μιμήσεις “μεγάλων κυριών” με ιδιαίτερα πετυχημένο το σκετς για τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Με διάθεση να αποσπάσουν το γέλιο, τα κείμενα άλλοτε ατακαδόρικα και άμεσα, άλλοτε ζαλιστικά φλύαρα και υπερβολικά έξυπνα περικυκλώνουν και αποσπούν τελικά το γέλιο σε αρκετά σημεία χωρίς να ξαφνιάζουν απαραίτητα. Και, πράγματι, αυτό που απουσιάζει από την παρουσία του Τάκη Ζαχαράτου δεν είναι το ταλέντο, η φωνή, η αμεσότητα, αλλά η φρεσκάδα.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης, μετά το διάλειμμα, το σκηνικό αλλάζει ξεκινώντας με τη μιμική μανιέρα πλέον της Άτζελας Δημητρίου. Σταδιακά και οδεύοντας προς το φινάλε το ενδιαφέρον ατροφεί  και το χιούμορ λιγοστεύει δίνοντας τη θέση του σε μελό συναισθηματισμούς.

Οι κατά τόπους αδυναμίες στο κείμενο και στη δομή της όλης παρουσίασης καθώς και το άνισο ποιοτικώς μοίρασμα των σκετς δημιουργούν δυσκολίες στην τεχνικά άψογη παρουσία του Τάκη Ζαχαράτου. Επίσης, το σκηνικό σκατζάρισμα του καλλιτέχνη με  βιντεοπροβολές σε οθόνη κάθε φορά που αλλάζει μεταμφίεση στα παρασκήνια είναι και κουραστικό και ψυχραίνει την ατμόσφαιρα ενός ζωντανού θεατρικού θεάματος. Η σκηνοθεσία του Τάκη Ζαχαράτου, ενώ διαθέτει αρκετά καλό υλικό, δείχνει να μην το στηρίζει επαρκώς και τελικά δημιουργεί ένα μέτριο, ελαφρώς βαρετό αστικό θέαμα.

Συνοπτικά: Μια παράσταση που μπορεί σίγουρα να δώσει στιγμές γέλιου, με τον Τ. Ζαχαράτο σε καλή φόρμα και με πλούτο εναλλαγών και επιτυχημένων μιμήσεων, ωστόσο με αδυναμίες στη σκηνοθεσία και ανώφελες υπερβολές στα κείμενα.

Συντελεστές:

Ερμηνεία, κείμενα, κοστούμια, σκηνοθεσία: Τάκης Ζαχαράτος
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Μουσική Διεύθυνση / ενορχήστρωση: Γιώργος Ζαχαρίου
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Παίζουν οι μουσικοί:
Νίκος Γαρουφαλλάκης, πλήκτρα
Γιάννης Καλκάνης, τύμπανα
Κοσμάς Κόκολης, μπουζούκι / κιθάρα / φωνή
Δημήτρης Παπανίκου, μπάσο
Νίκος Σακελλαράκης, τρομπέτα
Τάσος Σοκορέλης, κιθάρα

“Χάρτινα Λουλούδια” Egon Wolff

Στο έργο του ο Egon Wolff περιγράφει τη γνωριμία και συμβίωση μιας εύπορης χήρας, της Εύας (Κ. Λέχου), με τον Μπαρακούντα (Α. Σερβετάλης), ένα κατά πολύ νεότερό της άστεγο. Η σχέση τους αντιμετωπίζεται με όρους ταξικούς και εκφράζεται μέσα από ψυχολογικά δομημένους διαλόγους που διακινούν συγκαλυμμένα τις δυναμικές των χαρακτήρων.

Η πλοκή του έργου και η σκηνοθεσία προετοιμάζουν αργά και σταθερά την τελική συνάντηση δύο κόσμων, δύο πόλων συμπληρωματικών σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, ερωτικό και ανθρώπινο. Η ταξική πάλη, ως στοιχείο που διαποτίζει και χρωματίζει τις σχέσεις -ακόμη και τις ερωτικές- αποκτά στο έργο εξέχουσα θέση προδικάζοντας το τέλος. Δυο άνθρωποι απόλυτα κλεισμένοι στο μικρόκοσμό τους, παλεύουν να διαφύγουν. Ο ένας θα αποτελέσει για τον άλλο το κλειδί και η σύγκρουση θα φέρει τη λύση: το μαζί.

Η σκηνοθεσία εστιάζει εξαρχής στο κρίσιμο σημείο της συνάντησης δύο κόσμων, στο σημείο τριβής, στην ανθρώπινη σχέση. Αρχικά, το χάσμα ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες αποδίδεται σχεδόν αγεφύρωτο. Αδυνατούν να συναντηθούν, να ειδωθούν, να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο. Στο κείμενο επιβεβαιώνεται αυτή η αδυναμία αναγνώρισης του “άλλου”. Ωστόσο, λίγη σημασία δίδεται στο λόγο. Σκηνοθετικά όλο το βάρος έχει περιοριστεί στη σωματική έκφραση και ο λόγος του έργου αντιμετωπίζεται ξερά και βιαστικά. Αυτό μάλιστα καθιστά και δύσκολη την παρακολούθηση και την κατανόηση ενός ούτως η άλλως πολυεπίπεδου και ιδιόμορφου έργου.

Όσον αφορά την υποκριτική, παρόλο που μετά δυσκολίας επιτυγχάνεται σκηνική χημεία ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, και οι δύο ηθοποιοί καταβάλλουν μια αξιόλογη προσπάθεια υψηλού επιπέδου. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή του ζεύγους Σερβετάλη-Λέχου, είναι περιοριστική επί σκηνής και για τους δύο. Η Κατερίνα Λέχου δείχνει να προσπαθεί να ενταχτεί στις απαιτήσεις μιας παράστασης με έντονα στοιχεία σωματικού θεάτρου, ενώ ο Άρης Σερβετάλης, θυμίζοντας έντονα τον περσινό “Ιβάν”, δείχνει “υπερβολικά” άνετος δίπλα της. Το αποτέλεσμα τελικά είναι να δείχνουν ξένοι μεταξύ τους επί σκηνής. Οι χαρακτήρες, ειδικά αυτός του Μπαρακούντα, αποδίδονται εμφανώς διαταραγμένοι συντηρώντας σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ένα κλίμα νευρικότητας με ελάχιστες εκτονώσεις.

Στα συν της παράστασης είναι η κίνηση των ηθοποιών και ειδικά του Άρη Σερβετάλη. Επίσης η μουσική των Lost Bodies στολίζει και ωθεί περαιτέρω τη δυναμική της κίνησης. Τέλος, οι φωτισμοί σε συνδυασμό με τα λιτά και με άποψη σκηνικά δημιουργούν ένα όμορφο οπτικό θέαμα με ισχυρές εικόνες.

Συνολικά πρόκειται για μια προσεγμένη στη λεπτομέρεια παράσταση με πρόδηλες, όμως, αδυναμίες στη σκηνοθεσία και ασαφείς προθέσεις. Υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές, αλλά δεν αρκούν για να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία : Κώστας Φιλίππογλου
Μετάφραση: Εύα Μπίθα
Σκηνικά- κοστούμια:Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Ειδικές κατασκευές: Γκάι Στεφάνου
Μουσική: Lost Bodies
Καλλιτεχνική συνεργασία: Φρόσω Κορρού

Διανομή: Κατερίνα Λέχου, Αρης Σερβετάλης