“Ολεάννα” του Ντ. Μάμετ

Το έργο σκιαγραφεί τη σύγκρουση που αναδύεται ανάμεσα σε ένα καθηγητή πανεπιστημίου και μια φοιτήτριά στο ακαδημαϊκό πλαίσιο. Η σχέση των δύο ηρώων παραπαίει μεταξύ του ακαδημαϊκού-ταξικού της χαρακτήρα και της ιδιωτικής-προσωπικής εμπλοκής των ατόμων σε αυτή. Η θεματική του έργου πραγματεύεται τα όρια μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας της ζωής και παρουσιάζει την συχνά εκρηκτική τροπή στην οποία οδηγεί η σύγχυσή τους. Το κοινωνικό πρόσωπο καθενός δεν ταυτίζεται με το ιδιωτικό, ενώ οι ίδιες πράξεις ερμηνεύονται διαφορετικά αναλόγως με τη θέση από την οποία αφορμάται ο δρων.

oleanna

Ο Δ. Καταλειφός ερμηνεύει έναν κάπως αυτάρεσκο και αντισυμβατικό καθηγητή, ο οποίος μιλώντας άλλοτε ως καθηγητής και άλλοτε με χροιά προσωπική προσπαθεί να βοηθήσει τη νεαρή ηττοπαθή μαθήτρια (Λ.Μιχαλοπούλου) να ξεπεράσει ακαδημαϊκές της δυσκολίες. Η επικοινωνία τους διαποτισμένη εξ αρχής από ένταση θα κορυφωθεί σταδιακά σε απόλυτη και βίαιη ρήξη ταξικού χαρακτήρα με διακύβευμα την επιβολή.

Με χαρακτηριστικά λιτή και εστιασμένη στις ερμηνίες σκηνοθεσία διακινούνται τα νοήματα του έργου με μόνο μέσο τη σκηνική δράση. Το σκηνοθετικό εγχείρημα της Ε. Σκότη φαινομενικά άτολμο φωτίζει τις δυσδιάκριτα σύνθετες πτυχές του έργου με απτό και προσιτό τρόπο. Οι αδυναμίες της σκηνοθεσίας περιορίζονται στις χρονοβόρες και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον μεταβάσεις ανάμεσα στις σκηνές.

Οι δύο ηθοποιοί επιτυγχάνουν σφιχτή και ισότιμη σκηνική χημεία μεταξύ τους και οι ερμηνίες τους είναι εύστοχες και μετρημένες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδιαίτερη κινησιολογική προσέγγιση που υιοθετεί ο  Δ. Καταλειφός εμπλουτίζοντας την ερμηνεία του ρόλου του χωρίς να υπερβάλλει ή να σκιάζει την παρτενέρ του.

Συνοπτικα: Πρόκειται για μία λιτή και επί της ουσίας του έργου παράσταση με καλοζυγισμένες ερμηνίες. Το έργο αποδίδεται με τρόπο κατανοητό χωρίς να κατακερματίζεται νοηματικά. Συνολικά, το αποτέλεσμα, αν και δεν εγείρει κάποιο ενθουσιασμό, είναι σίγουρα ανώτερο του μετρίου με μικρές σκηνοθετικές αδυναμίες.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Ε. Σκότη
Σκηνικά: Γ. Γαβαλάς
Μουσική: Στ. Γασπαράτος
Φωτισμοί: Γιώργος Βλασσόπουλος

Διανομή: Δ. Καταλειφός, Λ. Μιχαλοπούλου

Advertisements

Κριτική: “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” του Μ. Μαρμαρινού

Rex. Αγάπη μου.
Η αθηναϊκή πολιτεία “γιορτάζει” το μπρεχτικό της “Όνειρο” σε μια παράσταση με συνέπεια στις θέσεις και τη γεωγραφία.

onir4

Στην Αθήνα, στο ανύπαρκτο δάσος της οδού Πανεπιστημίου μια κοινωνία νέων συνθέτει πυραμίδα πόνου και απογοήτευσης. Ένας αν-ερωτικός φαύλος κύκλος αναζήτησης και απόρριψης καλείται να τετραγωνιστεί, να ωριμάσει συνειδητά. Κάποιος Πουκ περνά την ώρα του, περιμένει υπομονετικά. Η φύση του Πουκ είναι να δρα όσο εμείς κοιμόμαστε. Σαν όνειρο.

Επαναλαμβανόμενα “Αγάπη μου!” μάταια να αναζητούν τον παραλήπτη τους σε ένα ερωτικό γαϊτανάκι, όπου στην πλάτη ενός κάποιου, που φεύγει, προβάλλεται η ερωτική πλάνη ενός άλλου που ακολουθεί.

Η σκηνοθεσία με επινοητικότητα στους τρόπους και τα μέσα μας προσκαλεί να ταυτιστούμε με τα πάθη των ηρώων. Ταυτόχρονα, επεκτείνοντας στο έπακρο το μοτίβο του εν θεάτρω θέατρο θέτει τις σύγχρονες αναλογίες του έργου με την πόλη των κατοίκων όπου -βάσει κειμένου- εκτυλίσσεται η πλοκή, την Αθήνα μας. Ολόκληρη η παράσταση ακροβατεί στο ρόλο της δίνης που συνδέει την επιφάνεια και το βάθος, το μέσα και το έξω στο επίπεδο του τόπου ως πραγματικού, ψυχολογικού ή θεατρικού.

Μια πολυσήμαντη φωτεινή επιγραφή “Rex” μας μεταφέρει στην είσοδο επί της οδού Πανεπιστημίου παραπέμποντας ταυτόχρονα στον Όμπερον και τη σύζυγο του Τιτάνια. Ο Όμπερον, μορφή απόμακρη και ως προς τη σκηνική του τοποθέτηση παραμένει στατικός θεατής όσο η Τιτάνια σαν νεκρή ερωμένη -σαν τη χώρα Ελλάδα-απόλυτα παραδομένη θα ξεγυμνωθεί παθητικά μπροστά στην αγοραία και αφελή μορφή του Donald (αντί γαϊδουροκεφαλής).

Ολόκληρος ο θίασος δίνει έντονο σκηνικό αγώνα αντοχών επί τρεισήμισυ περίπου ώρες σε μια παράσταση αυξημένων απαιτήσεων τεχνικά. Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα η Εύη Σαουλίδου με τον ανατρεπτικό Πουκ της, ο Γιάννης Βογιατζής και η Ηλέκτρα Νικολούζου.

Η παράσταση αποτελεί τολμηρή, ευφυή και άκρως δομημένη διασκευή του σεξπηρικού έργου με συνέπεια στις προθέσεις και με όχημα την άρτια και εύηχη μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Θα συνιστούσα στους θεατές που δεν γνωρίζουν την πλοκή του έργου να διαβάσουν, πριν παρακολουθήσουν την παράσταση, μια σύντομη περίληψη.

Η τοποθέτηση του διαλείμματος στο τέλος σχεδόν της παράστασης, αν και δικαιολογείται νοηματικά και εξυπηρετεί επιπλέον τα σχέδια της σκηνοθεσίας, δεν παύει να αποτελεί παράγοντα κόπωσης για το κοινό. Υπάρχουν μερικά σημεία στο -τρίωρο σχεδόν- πρώτο μέρος που υστερούν σε ρυθμό και ενδιαφέρον.

Συνοπτικά: Πρόκειται για μία παράσταση με πολλά επίπεδα ερμηνείας, πλήθος συμβολικών και άριστη δομή ενσωματώνοντας παράλληλα τον εγκαινειακό της χαρακτήρα για την επαναλειτουργία της Σκηνής Κοτοπούλη. Η σύγχρονη οπτική του σκηνοθέτη και οι μεταμοντέρνες του καταβολές μεταμορφώνουν το κλασικό έργο σε ένα διαδραστικό θέαμα για εδώ και τώρα. Οι ερμηνείες είναι τεχνικά άρτιες και εύστοχες με κάποιες από αυτές να ξεχωρίζουν επιπλέον. Δεν είναι η πιο λαμπρή σκηνοθετική προσπάθεια του Μ. Μαρμάρινου, αποτελεί ωστόσο μια σύλληψη υψηλού επιπέδου και δοσμένη με πολύ ενδιαφέρουσα και συνεπή προσέγγιση διάνοιας και ύφους.

Συντελεστές:

Μετάφραση : Διονύσης Καψάλης
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Μουσική σύνθεση και επιμέλεια: Δημήτρης Καμαρωτός
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ντόρα Λελούδα
Συνεργάτες στα κοστούμια: Δανάη Κουρέτα, Βέρικο Μγκελάτζε
Χορογραφία: Φώτης Νικολάου
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Βίντεο-Αρχειακές: λήψεις Δάφνη Τόλη
Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λούλιου
Βοηθός σκηνογράφου: Μάρω Τσάγκα

Διανομή: Άγγελος Παπαδημητρίου, Γιώργος Μπινιάρης, Νίκος Κουρής, Αργύρης Πανταζάρας, Ευγενία Δημητροπούλου, Γιάννης Βογιατζής, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γιώργος Κριθάρας, Χάρης Τσιτσάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Διώνη Κουρτάκη, Ιωάννα Παππά, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Περικλής Μουστάκης, Εύη Σαουλίδου, Φοίβος Ριμένας

“Venison” του Θάνου Παπακωνσταντίνου

Μια εξαιρετική παράσταση που αντλεί την προβληματική της από την αισχύλεια τριλογία της Ορέστειας, συνθέτοντας στοιχεία από την τραγωδία των “Ευμενίδων” και από το έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Θέμα στο Venison είναι η δικαιοσύνη, η “πτώση” του ανθρώπου, η είσοδος της κοινωνίας στον αιματηρό κύκλο της αυτοδικίας, του θύτη, του θηράματος.

Το κείμενο του Θάνου Παπακωνσταντίνου με αυθεντικό ύφος πλέκει ψυχαναλυτικά κανάλια σύνδεσης ανάμεσα στο νόημα και το μη-νόημα αναδεικνύοντας στο λόγο του ένα κόσμο εσωτερικών αντιθέσεων. Μέσα από αυτές τις αντιθέσεις-αντιφάσεις μας εισάγει από νωρίς στην τομή που πραγματεύεται, στον τόπο της τραγικής σύγκρουσης. Ο φόνος που διαπράττει ο  Ορέστης δεν απασχολεί ως συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός, αλλά ως μια φαντασίωση και ως η συμβολική της μητροκτονίας και της εκδίκησης.

Οι ερμηνείες, αν και δεν αποτελούν μάλλον το βασικό άξονα του έργου, βασίζονται κυρίως σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και περσόνες που απαιτούν ιδιαίτερη ακρίβεια και συγχρονισμό. Όλοι οι ηθοποιοί φαίνονται να εκπληρώνουν επιτυχώς τις ανάγκες του δράματος, αλλά και της συνολικής αισθητικής γραμμής που υιοθετεί η σκηνοθεσία, ενσαρκώνοντας μορφές που μοιάζουν να ξεπήδησαν από ταινίες του David Lynch.

Τα εύσημα αξίζει η σκηνοθετική σφραγίδα του Θάνου Παπακωνσταντίνου που καθηλώνει με την αισθητική σύνθεση και αξιοποίηση διαφορετικών τεχνικών και αισθητικών οδηγώντας σε ένα σπάνιο αποτέλεσμα. Μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και εσωτερικότητας με έντονα εξπρεσιονιστική απόδοση συντηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον, χωρίς τη χρήση τεχνικών επιτάχυνσης-επιβράδυνσης της δράσης.

Η πλούσια και ευρηματική σκηνογραφική σύνθεση απογειώνει το έργο και κερδίζει από τα πρώτα λεπτά τις εντυπώσεις, μετατρέποντας το χώρο του υπογείου πάρκινγκ του Ι.Μ.Κ. σε θέατρο με πολλαπλούς σκηνικούς χώρους.  Τέλος, οι μουσικές συνθέσεις ambient και ηλεκτρονικής μουσικής συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα του έργου, δημιουργώντας για τον ήρωα ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που εντείνει τη δραματικότητα.

Συνοπτικά: Κατά τη γνώμη μου μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς, μια πραγματική αποκάλυψη, δουλεμένη στη λεπτομέρεια και σε βάθος. Σίγουρα ένα δύσκολο έργο στην ακρόαση, αλλά αξίζει τον κόπο.

Συντελεστές:

Σύλληψη – Σκηνοθεσία : Θάνος Παπακωνσταντίνου
Συνεργασία στη δραματουργιά: Τζωρτζίνα Κακουδάκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Κίνηση: Χαρά Κοτσαλή
Σχεδιασμός – Σύνθεση ήχων: Αντώνης Μόρας
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βίντεο – Σχεδιασμός έντυπου υλικού & γραφιστικών εφαρμογών: Κωνσταντινος Χαϊδαλής (brittle.gr)
Γλυπτά ζώων: Περικλής Πραβήτας
Φωτογραφίες: Βάλια Πιλάφα
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελεάνα Γεωργιάδου
Βοηθός σκηνογράφου: Νίκη Ψυχογιού
Κατασκευή σκηνικού: Βασίλης Γεροδήμος
Ραφή κοστουμιών: Νικολέττα Γιαννακοπούλου

Διανομή: Λένα Δροσάκη, Ιωάννα Μιαχαλά, Ελένη Μολέσκη, Μάριος Παναγιώτου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Μαρία Κορωνιώτη

“Χάρτινα Λουλούδια” Egon Wolff

Στο έργο του ο Egon Wolff περιγράφει τη γνωριμία και συμβίωση μιας εύπορης χήρας, της Εύας (Κ. Λέχου), με τον Μπαρακούντα (Α. Σερβετάλης), ένα κατά πολύ νεότερό της άστεγο. Η σχέση τους αντιμετωπίζεται με όρους ταξικούς και εκφράζεται μέσα από ψυχολογικά δομημένους διαλόγους που διακινούν συγκαλυμμένα τις δυναμικές των χαρακτήρων.

Η πλοκή του έργου και η σκηνοθεσία προετοιμάζουν αργά και σταθερά την τελική συνάντηση δύο κόσμων, δύο πόλων συμπληρωματικών σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό, ερωτικό και ανθρώπινο. Η ταξική πάλη, ως στοιχείο που διαποτίζει και χρωματίζει τις σχέσεις -ακόμη και τις ερωτικές- αποκτά στο έργο εξέχουσα θέση προδικάζοντας το τέλος. Δυο άνθρωποι απόλυτα κλεισμένοι στο μικρόκοσμό τους, παλεύουν να διαφύγουν. Ο ένας θα αποτελέσει για τον άλλο το κλειδί και η σύγκρουση θα φέρει τη λύση: το μαζί.

Η σκηνοθεσία εστιάζει εξαρχής στο κρίσιμο σημείο της συνάντησης δύο κόσμων, στο σημείο τριβής, στην ανθρώπινη σχέση. Αρχικά, το χάσμα ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες αποδίδεται σχεδόν αγεφύρωτο. Αδυνατούν να συναντηθούν, να ειδωθούν, να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο. Στο κείμενο επιβεβαιώνεται αυτή η αδυναμία αναγνώρισης του “άλλου”. Ωστόσο, λίγη σημασία δίδεται στο λόγο. Σκηνοθετικά όλο το βάρος έχει περιοριστεί στη σωματική έκφραση και ο λόγος του έργου αντιμετωπίζεται ξερά και βιαστικά. Αυτό μάλιστα καθιστά και δύσκολη την παρακολούθηση και την κατανόηση ενός ούτως η άλλως πολυεπίπεδου και ιδιόμορφου έργου.

Όσον αφορά την υποκριτική, παρόλο που μετά δυσκολίας επιτυγχάνεται σκηνική χημεία ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς, και οι δύο ηθοποιοί καταβάλλουν μια αξιόλογη προσπάθεια υψηλού επιπέδου. Έχω την αίσθηση ότι η επιλογή του ζεύγους Σερβετάλη-Λέχου, είναι περιοριστική επί σκηνής και για τους δύο. Η Κατερίνα Λέχου δείχνει να προσπαθεί να ενταχτεί στις απαιτήσεις μιας παράστασης με έντονα στοιχεία σωματικού θεάτρου, ενώ ο Άρης Σερβετάλης, θυμίζοντας έντονα τον περσινό “Ιβάν”, δείχνει “υπερβολικά” άνετος δίπλα της. Το αποτέλεσμα τελικά είναι να δείχνουν ξένοι μεταξύ τους επί σκηνής. Οι χαρακτήρες, ειδικά αυτός του Μπαρακούντα, αποδίδονται εμφανώς διαταραγμένοι συντηρώντας σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ένα κλίμα νευρικότητας με ελάχιστες εκτονώσεις.

Στα συν της παράστασης είναι η κίνηση των ηθοποιών και ειδικά του Άρη Σερβετάλη. Επίσης η μουσική των Lost Bodies στολίζει και ωθεί περαιτέρω τη δυναμική της κίνησης. Τέλος, οι φωτισμοί σε συνδυασμό με τα λιτά και με άποψη σκηνικά δημιουργούν ένα όμορφο οπτικό θέαμα με ισχυρές εικόνες.

Συνολικά πρόκειται για μια προσεγμένη στη λεπτομέρεια παράσταση με πρόδηλες, όμως, αδυναμίες στη σκηνοθεσία και ασαφείς προθέσεις. Υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές, αλλά δεν αρκούν για να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία : Κώστας Φιλίππογλου
Μετάφραση: Εύα Μπίθα
Σκηνικά- κοστούμια:Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Ειδικές κατασκευές: Γκάι Στεφάνου
Μουσική: Lost Bodies
Καλλιτεχνική συνεργασία: Φρόσω Κορρού

Διανομή: Κατερίνα Λέχου, Αρης Σερβετάλης